Abbreviations in the dictionary

English TermEnglish
Abbreviation
Greek
Abbreviation
Greek Term
archaicαπαρχαιωμένο
colloquialκαθομιλουμένη
datedξεπερασμένο
figurativeμεταφορικά
formalτυπικό / επίσημο
infantileπαιδιαρώδες
informalάτυπο / ανεπίσημο
literaryλόγιο
offensiveπροσβλητικό
offensive!προσβλητικό!
offensive!!!προσβλητικό!!!
pejorativeυποτιμητικό
slangαργκό
vulgarχυδαίο
centuryαι.αιώνας
accusativeαιτ.αιτιατική
pronounpronαντων.αντωνυμία
preterit[e]pret αόρ.παρωχημένος / αόριστος
infinitiveinfαπαρ. Or απρμφ.απαρέμφατο
impersonalαπρόσ.απρόσωπο
articleartάρ.άρθρο
reflexive/pronominal verbαυτ.αυτοπαθές
seeβλ. Or βλέπε λέξη: βλ.λ.βλέπε
genitiveγεν.γενική
gerundgerγερ.γερούνδιο
i.e.δηλ.δηλαδή
singularεν.ενικός
activeενερ.ενεργητικό
presentενεστ.ενεστώτας
(future) continuousμελ.εξ.εξακολουθητικός
adjectiveadjεπίθ.επίθετο
adverbadvεπίρ.επίρρημα
interjectioninterjεπιφ. Or επίφων.επιφώνημα
exclamationexclεπιφ.εμφ.εμφατικό επιφώνημα
interrogativeερωτ. Or ερωτημ.ερωτηματικός
vocativeκλητ.κλητική
somebody, someonesbκπ(σε) κάποιον
somethingsthκτκάτι
literalκυρ. Or κυριολ.κυριολεξία
augmentativeμεγ. Or μεγεθ. μεγεθυντικό
future tenseμελλ. Or μέλλ.μέλλοντας
figurativeμτφ.μεταφορά
participleμτχ.μετοχή
past participleppμτχ.παθ.παθητική μετοχή (παρακειμένου)
nominativeον. Or ονομαστ.ονομαστική
indicativeορ. Or οριστ.οριστική
noun masculineουσ.αρ.αρσενικό ουσιαστικό
ουσ.αρ.πλ.plural
ουσ.αρσ.εν.singular
noun feminineουσ.θηλ.θηλυκό ουσιαστικό
ουσ.θηλ.εν.singular
ουσ.θηλ.πλ.plural
noun neutralουσ.ουδ.ουσιαστικό ουδέτερο
ουσ.ουδ.πλ.plural
noun pluralnplουσ.πλ.ουσιαστικό πληθυντικός
passiveπαθ. Or παθητ.παθητικό
present perfectπαρακ.παρακείμενος
imperfect tenseπαρατ.παρατατικός
prepositionπροθ.πρόθεση
imperativeimpπροστ. or προστακτ.προστακτική
intransitive verbviρ.αμ.αμετάβατο ρήμα
auxiliary verbv auxρ.βοηθ.βοηθητικό ρήμα
transitive verbvtrρ.μετ.μεταβατικό ρήμα
simple (future)στ.στιγμιαίος
conjunctionconjσύνδ.σύνδεσμος
contractioncontrσυνηρ.συνηρημένο
abbreviationabbrσυντ.συντομογραφία
future perfectσυντελ.συντελεσμένος
subjunctiveυπ. Or υποτ. υποτακτική
past perfectυπερ. Or υπερσυντ.υπερσυντέλικος
diminutiveυποκ. Or υποκορ.υποκοριστικό
United StatesUSΗΠΑ
CanadaCanΚαν.
United KingdomUKΗΒ
IrelandIreΙρλανδία
AustraliaAUΑυστραλία