15

SpeakerListen:
UK-RPScot


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
fifteen,
15
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number)δεκαπέντε ουσ ουδ
 * Το δεκαπέντε δεν διαρείται με το δύο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
fifteen,
15
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(age)δεκαπέντε επίθ άκλ
 She is fifteen.
 Είναι δεκαπέντε.
 Είναι δεκαπέντε ετών.
fifteen,
15
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(fifteen in number)δεκαπέντε επίθ άκλ
 There are fifteen players on a rugby team.
fifteen nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rugby team) (ομάδα 15 ατόμων)δεκαπεντάδα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
fifteen hundred nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cardinal number: 1500)χίλια πεντακόσια ουσ.ουδ.
 Fifteen hundred is the number of people who came to the concert.
fifteen hundred adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (1500 of [sth])χίλιοι πεντακόσιοι επίθ.
 Fifteen hundred people came to the concert.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'15' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση 15 στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο '15'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης