• Δείτε επίσης:
    • Ρυθμίσεις:
      • Όταν επιλέγετε μια λέξη:

      • Πρόσφατες αναζητήσεις:
        • Εμφάνιση όλων
    • Σύνδεσμοι:

22


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
twenty-two,
22
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 22)εικοστός δεύτερος ουσ αρσ
  είκοσι δύο ουσ ουδ
twenty-two,
22
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(22 years old)είκοσι δύο επίθ
twenty-two,
22
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(22: of [sth])είκοσι δύο επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'22' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση 22 στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο '22'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.