2D


In this page: 2D; two-dimensional

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
2D,
2-D
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
abbreviation (two dimensions)δύο διαστάσεις περίφρ
  (σε γραπτό κείμενο)2D ουσ ουδ άκλ
2D,
2-D
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
abbreviation (film: monoscopic)δισδιάστατος επίθ
  (καθομιλουμένη)2D επίθ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

two-dimensional:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.


Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση 2D στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο '2D'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.