300

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
three hundred nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cardinal number: 300)τριακόσια ουσ ουδ
three hundred adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (300 of [sth])τριακοστός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'300' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση 300 στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο '300'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.