WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
A-bomb nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (atomic bomb)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
 The U.S. detonated the first A-bomb near Alamogordo, New Mexico.
 Οι Η.Π.Α. έριξαν την πρώτη ατομική βόμβα κοντά στο Αλαμογκόρντο του Νέου Μεξικού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
atom bomb [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drop atom bomb on place)ρίχνω ατομική βόμβα σε κτ περίφρ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
atom bomb viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (drop atom bomb)ρίχνω ατομική βόμβα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
atom bomb,
atomic bomb,
A-bomb
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(nuclear weapon)ατομική βόμβα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'A-bomb' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση A-bomb στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'A-bomb'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης