April

Listen:
 /ˈeɪprəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
April nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (4th month) (μήνας)Απρίλιος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, λόγιο)Απρίλης ουσ αρσ
Σχόλιο: Στον επίσημο λόγο, μπορεί να χρησιμοποιθεί ο Απρίλης μόνο για σημαντικά ιστορικά γεγονότα.
 April is a windy month in some regions.
 Σε κάποιες περιοχές, τον Απρίλιο έχει πολύ αέρα.
 Σε κάποιες περιοχές, τον Απρίλη έχει πολύ αέρα.
April nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female given name)Έιπριλ ουσ θηλ κύρ
 The Smiths christened their baby girl April.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
April Fool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practical joke)πρωταπριλιάτικο αστείο επίθ + ουσ ουδ
April Fool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (victim of joke)αυτός που πιστεύει το πρωταπριλιάτικο αστείο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
April Fools' Day nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (1st April)πρωταπριλιά ουσ θηλ
 On April Fools' Day it's traditional to play practical jokes on people before midday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'April' found in these entries
In the English description:
In Lists: Time, more...
Collocations: [last, this, next] April, April [rain, showers], on the [first] [Saturday] in April, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση April στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'April'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.