E

Listen:
 /iː/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fifth letter of alphabet) (πέμπτο γράμμα του αλφάβητου: έψιλον)Ε ουσ ουδ
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbr (East) (ανατολή)Α ουσ θηλ
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation, slang (ecstasy)έκσταση, ecstasy ουσ ουδ άκλ
 There was a lot of E going around at the rave last night.
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical note) (μουσική νότα)μι ουσ θηλ
 If you transpose this to E I think I can sing it.
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (school mark)Ε ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
blanket email,
blanket e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic message: multiple recipients) (email)πολλαπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ
e-book reader,
e-reader
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(device for reading electronic books)e-book reader, ebook reader, e-reader ουσ ουδ άκλ
  συσκευή ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων φρ ως ουσ θηλ
 E-book readers are popular among people who commute to work by bus or train.
e-cigarette,
also US: e-cigaret
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (electronic cigarette)ηλεκτρονικό τσιγάρο επίθ + ουσ ουδ
e.g. advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." abbr (for example) (για παράδειγμα, παραδείγματος χάριν)π.χ. συντ.
ebook,
e-book
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(digital book)ηλεκτρονικό βιβλίο, ψηφιακό βιβλίο επίθ + ουσ ουδ
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic message)email ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
 I received an email from John with the directions to the party.
 Έλαβα ένα email από τον Τζον με οδηγίες για το πάρτυ.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα λάβετε απάντηση με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic messaging system)υπηρεσία για email, υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  (καθομιλουμένη)email ουσ ουδ άκλ
 Our server is down and we're without email.
 Ο εξυπηρετητής μας δε λειτουργεί και δεν έχουμε υπηρεσία για email (or: υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (electronic messaging address)email ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  ηλεκτρονική διεύθυνση περίφρ
 If you give me your email, I'll send the invitation to you.
 Αν μου δώσεις το email σου, θα σου στείλω την πρόσκληση.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην ξεχάσετε να συμπληρώσετε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας στην αίτησή σας.
email [sb],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send electronic message) (επικοινωνώ με υπολογιστή)στέλνω με email περίφρ
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I'll email you tomorrow with the details.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με email.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email [sb] [sth],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send: to [sb] via email) (κάτι σε κάποιον)στέλνω με email περίφρ
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I will email you the directions.
 Θα σου στείλω τις οδηγίες με email.
email [sth] to [sb],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send: [sth] via email) (πληροφορία με υπολογιστή)στέλνω με email, στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I'll email the invoices to all our customers.
 Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με email.
 Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
eta,
ETA,
E.T.A.,
e.t.a.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(estimated time of arrival)αναμενόμενος χρόνος άφιξης φρ ως ουσ αρσ
i.e. advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." abbr (that is)δηλαδή μόριο
online banking,
on-line banking,
e-banking,
UK: internet banking
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(access to bank via internet)online banking ουσ ουδ άκλ
  διαδικτυακή τραπεζική επίθ + ουσ θηλ
  διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές, online τραπεζικές συναλλαγές περίφρ
  τραπεζικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου περίφρ
 Online banking certainly makes bill paying much faster and cheaper than before. I don't receive paper statements any more now I've got internet banking
P/E ratio nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (price-to-earnings ratio)δείκτης τιμής προς κέρδη ουσ αρσ
physical education,
P.E.,
PE,
phys ed
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(school sports lessons, gym class)φυσική αγωγή, γυμναστική ουσ θηλ
 Students take physical education in addition to math, English, languages, science and history.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το μάθημα της φυσικής αγωγής διδάσκεται στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.
vitamin E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organic nutrient)βιταμίνη Ε ουσ θηλ
 Vitamin E oil restores broken and damaged fingernails.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'E' found in these entries
In the English description:
Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.