Easter

Listen:
 [ˈiːstər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Easter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christian holiday)Πάσχα ουσ ουδ κύρ
 Easter falls on a different date every year.
 Το Πάσχα πέφτει διαφορετική ημερομηνία κάθε χρόνο.
Easter n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to Easter)πασχαλινός, πασχαλιάτικος επίθ
  του Πάσχα, για το Πάσχα περίφρ
 We bought candy to put in her Easter basket.
 Αγοράσαμε γλυκίσματα για να βάλουμε στο πασχαλινό καλάθι της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at Easter advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the Easter period, during Holy Week) (χρονική περίοδος)το Πάσχα φρ ως επίρ
Easter Bunny nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rabbit: brings chocolate eggs)πασχαλινό λαγουδάκι φρ ως ουσ ουδ
Easter egg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chocolate egg given at Easter)σοκολατένιο αυγό επίθ + ουσ ουδ
  σοκολατένιο πασχαλινό αυγό περίφρ
 These Easter eggs are made of milk chocolate.
Easter egg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird's egg decorated for Easter)Πασχαλινό αυγό ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κόκκινο αυγό ουσ ουδ
 People originally painted Easter eggs with bright colours to represent Spring.
Easter egg nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (computer program: hidden feature)μη διαθέσιμη μετάφραση
 There is an Easter egg inside the program.
Easter egg hunt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (search for chocolate or decorated eggs)κυνήγι κρυμμένων πασχαλινών αυγών περίφρ
 Naomi organized an Easter egg hunt for the children.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Easter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the Easter [bunny, vacation, break], a [short, brief, weekend] Easter vacation, spend Easter [Friday, Monday] with the family, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Easter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Easter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης