Fig

Listen:
 /fɪɡ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fruit)μη διαθέσιμη μετάφραση
fig,
replace: Fig Fig.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (figure: picture accompanying text)σχημ.
 Fold your origami paper in half diagonally (see Fig.1).
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit tree that bears figs)μη διαθέσιμη μετάφραση
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (trifle)μη διαθέσιμη μετάφραση
fig,
fig sign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rude gesture made with thumb)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Ben made a fig at Stan.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
fig leaf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (leaf of a fig tree)φύλλο συκιάς ουσ θηλ
 A real fig leaf would be too itchy to wear.
fig leaf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] intended to cover [sth] shameful)φύλλο συκής ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'Fig' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Fig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Fig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης