Fig



WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of fruit) (φρούτο)σύκο ουσ ουδ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fruit tree that bears figs) (δέντρο)συκιά ουσ θηλ
fig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (trifle)μπιχλιμπίδι, στολίδι ουσ ουδ
fig,
fig sign
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rude gesture made with thumb)προσβλητική χειρονομία ουσ θηλ
 Ben made a fig at Stan.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
fig leaf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (leaf of a fig tree)φύλλο συκιάς ουσ θηλ
 A real fig leaf would be too itchy to wear.
fig leaf nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] intended to cover [sth] shameful)φύλλο συκής ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'Fig' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Fig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Fig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης