WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Hastings nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (town in England)Χέιστινγκς ουσ ουδ κύρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Hastings στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Hastings'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης