Ms

Listen:
 /mɪz/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
MS,
Miss Miss.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (Mississippi)Μισισίπι ουσ ουδ άκλ κύρ
  (σντμ: σε διεύθυνση)MS ουσ ουδ άκλ
 Tom lived in Jackson, MS for four years.
MS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (multiple sclerosis)σκλήρυνση κατά πλάκας φρ ως ουσ θηλ
  (συντομογραφία)ΣΚΠ ουσ θηλ
  (συντομογραφία)MS ουσ ουδ άκλ
 Rob suffered from MS.
MS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (manuscript) (σντμ: χειρόγραφο)χγφ. ουσ ουδ άκλ
 The passage was from MS B 21 from the church's records.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
MS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (memoriae sacrum) (λόγιος, καθαρεύουσα)Εις μνήμην φρ
  Στη μνήμη του, Στη μνήμη της φρ
 John's father's gravestone read:" M.S. Ernest Clark. 1923-2002"
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ms nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbr (millisecond)μη διαθέσιμη μετάφραση
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Ms.:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.


Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Ms στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Ms'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης