SIREN

Listen:
 /ˈsaɪərən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
siren nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emergency vehicle signal)σειρήνα ουσ θηλ
 Pull over to the right if you hear a siren.
 Σταμάτησε δεξιά αν ακούσεις μια σειρήνα.
siren nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warning signal, alarm) (ήχος)σειρήνα ουσ θηλ
 The air raid sirens told people to run to the shelters.
 Οι σειρήνες για αεροπορική επιδρομή ειδοποίησαν τους ανθρώπους να τρέξουν στα καταφύγια.
siren,
Siren
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mythology: sea nymph) (μυθολογία)Σειρήνα ουσ θηλ κύρ
 The Sirens lured Odysseus and his men to their island.
 Οι Σειρήνες προσέλκυσαν τον Οδυσσέα και τους άνδρες του στο νησί τους.
siren nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (seductive woman) (μεταφορικά)σειρήνα ουσ θηλ
 He took me to a bar full of sirens who danced for money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'SIREN' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση SIREN στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'SIREN'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.