a

Listen:
 'A', 'a': strong: [eɪ], weak: [ə]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
A,
a
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(first letter of alphabet) (λατινικό αλφάβητο)a ουσ ουδ άκλ
  (ελληνικό αλφάβητο)α, άλφα ουσ ουδ άκλ
 Apple begins with an "a".
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η λέξη «απόψε» αρχίζει με το γράμμα άλφα.
a,
an
indef artindefinite article: a, an
(indefinite article)ένας, μία/μια, ένα αόρ άρθ
Σχόλιο: "an" is used before a vowel sound
Σχόλιο: Ο τύπος «μία» προτιμάται, όταν πρέπει να δοθεί έμφαση στη χρήση του όρου ως αριθμητικού.
 There's a monster under my bed.
 Υπάρχει ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι μου.
a nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one: before a number) (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις)μία, μια επίθ
Σχόλιο: Συνήθως δε μεταφράζεται, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στα χίλια βιβλία. Η μετάφραση χρησιμοποιείται όταν ακολουθεί περιληπτικό αριθμητικό, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στη μία χιλιάδα βιβλία.
 He must have a thousand books.
a,
an
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] hypothetical, non-specific) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Προτιμάται ο πληθυντικός.
 I like a challenge.
 Μου αρέσουν οι προκλήσεις.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a indef artindefinite article: a, an (person called)ένας, κάποιος αντων
 A Mr Smith asked to speak to you.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grade) (δημοτικό)Α ουσ ουδ ακλ
  10 ουσ ουδ ακλ
  (γυμνάσιο, λύκειο)20 ουσ ουδ ακλ
 I got an "A" in my history test.
 Πήρα Α στο τεστ ιστορίας.
 Πήρα 20 στο τεστ ιστορίας.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: note) (νότα)Α ουσ ουδ άκλ
  (στην Ελλάδα)Λα ουσ ουδ άκλ
 The song begins on an A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music: key)λα ουσ ουδ άκλ
  (μουσική γραφή)Α ουσ ουδ άκλ
 They're playing Grieg's piano concerto in A-minor tonight.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood type) (ομάδα αίματος)Α ουσ ουδ άκλ
 My blood type is A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indicating a subdivision) (δηλωτικό υποκατηγορίας)α ουσ ουδ άκλ
 What's the answer to question 3a?
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indicating house number) (διεύθυνση κτηρίου)Α ουσ ουδ άκλ
 Who lived at 221A Baker Street?
 Ποιος έμενε στην Οδό Μπέικερ 221Α;
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (answer) (σντμ: απάντηση)Α, Απ. ουσ θηλ άκλ
 Q: Who wrote "Hamlet"? A: William Shakespeare.
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: not, without)α- πρόθημα
 For example: apolitical, arrhythmia
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (on, towards)σε πρόθ
  προς πρόθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποδίδεται με ένα επίρρημα, ενώ σε άλλες αποδίδεται περιφραστικά, πχ προς τα πίσω, στην άκρη κλπ.
 For example: aback, aside
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: in the state of) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Αποδίδεται με διαφορετικούς τρόπους. Παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα.
 For example: afire, asleep
 Για παράδειγμα: καίγομαι, κοιμάμαι
 Για παράδειγμα: έχω πάρει φωτιά, με έχει πάρει ο ύπνος
 Για παράδειγμα: φλεγόμενος, κοιμώμενος
a,
an
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(per, every, each)ανά πρόθ
  τον, την, το ορ αρθ
  κατά, κάθε πρόθ
Σχόλιο: "an" is used before a vowel sound
 The speed limit in residential areas is 30 miles an hour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρ
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." UK, informal (a little)λίγο, λιγουλάκι επίρ
  (μεταφορικά)ελαφρώς επίρ
 Run around a bit and you'll soon warm up.
 Τρέχα λίγο και σύντομα θα ζεσταθείς.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)ελαφρώς επίρ
 It's a bit cold in here!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είμαι ελαφρώς ξενυχτισμένη και αυτό επηρεάζει την απόδοσή μου στη δουλειά.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (chaotic)μπλεγμένος, μπερδεμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)χάλι, μπάχαλο ουσ ως επίθ
  ψιλοχάλια, ψιλομπάχαλο επίρ
 His love life's a bit of a mess.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (difficult situation)σε άσχημη κατάσταση περίφρ
  (καθομιλουμένη)χάλια επίρ
 To say that the economy is in a bit of a mess is putting it mildly.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (place: untidy) (καθομιλουμένη, προφορικό: γίνεται)χαμός, ψιλοχαμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, προφορικό)χάλια, ψιλοχάλια επίρ
  (καθομιλουμένη, προφορικό)μπάχαλο, ψιλοχάος ουσ ουδ
  (μεταφορικά)άνω-κάτω επίρ
 My house is a bit of a mess, but please come in.
 Γίνεται χαμός στο σπίτι μου, αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι χάλια (or: ψιλοχάλια), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι μπάχαλο (or: ένα ψιλοχάος), αλλά πέρασε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι άνω-κάτω, αλλά πέρασε μέσα.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: not runny)λίγο πηχτός, λίγο παχύρρευστος επίρ + επίθ
Σχόλιο: Το επίρρημα "λίγο" μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε επίρρημα ανάλογης σημασίας, π.χ. κάπως, ελαφρώς, λιγάκι κ.ά.
 The gravy seems a bit thick; I can stand a spoon in it!
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, figurative, pejorative, slang (person: not intelligent) (μτφ, καθομ, προσβλ)λίγο αργός επίθ
  (αργκό, προσβλητικό)τα ζώα μου αργά έκφρ
  χαζούλης επίθ
 He's a bit thick, but really nice all the same.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person, physique: not thin)λίγο παχύς, κάπως παχύς επίρ + επίθ
  παχουλός επίθ
 He's a bit thick through the waist.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: too runny)λεπτούλης επίθ
 The gravy seems a bit thin, so I think I'll add some more flour to thicken it up.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (resources: limited) (μεταφορικά)περιορισμένος, λιγοστός επίθ
 My budget is a bit thin, so I won't be going to Africa this year.
 Ο προϋπολογισμός είναι κάπως περιορισμένος, έτσι δεν θα πάω στην Αφρική φέτος.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: skinny)αρκετά λεπτός, αρκετά αδύνατος επίρ + επίθ
  αδυνατούλης, λεπτούλης επίθ
a bit too advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (overly)υπερβολικά, υπέρμετρα, πάρα πολύ επίρ
 His hair was a bit too long for me. She seemed a bit too calm. Something must be wrong.
 Τα μαλλιά του ήταν υπερβολικά μακριά για μένα. Έμοιαζε υπερβολικά ήρεμη. Μάλλον κάτι δεν πάει καλά.
a bite to eat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (snack)σνακ ουσ ουδ άκλ
  μεζεδάκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μεζεκλίκι ουσ ουδ
a cappella advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Italian (sing: without instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίρ
 The piece is usually orchestral but they performed it a cappella.
 Αυτό το κομμάτι είναι συνήθως ορχηστρικό, αλλά το εκτέλεσαν α καπέλα.
a cappella adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." Italian (singing: no instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίθ
 Gregorian chant is usually a cappella singing.
 Οι Γρηγοριανοί ύμνοι είναι συνήθως τραγούδια α καπέλα.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (modicum, small quantity)κάποιος βαθμός περίφρ
  κάποιος επίθ
  λίγο επίρ
  ένας κάποιος έκφρ
 You need to use a certain amount of caution when using that product.
 Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specified quantity)ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρ
  ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρ
a chip off the old block nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (person: like parent) (καθομιλουμένη)σόι πάει το βασίλειο έκφρ
  το μήλο κάτω απ΄ τη μηλιά θα πέσει έκφρ
  κατά μάνα κατά κύρη έκφρ
  κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα έκφρ
 He'll be a womanizer just like his father; he's a chip off the old block.
a cut above,
a cut above [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(superior to)μια κλάση πάνω εκφρ
 He is a cut above the rest.
 Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.
a cut above exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (superior)ανώτερος επίθ
  καλύτερος επίθ
 This restaurant is definitely a cut above; they have embroidered tablecloths.
a dab hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (expert, skilled person)επιδέξιος, ικανός επίθ
 Could you help me roll this pastry? I hear you're a dab hand in the kitchen.
a dear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (kind, sweet person) (σε παιδί)σαν καλό παιδί έκφρ
  (γενικά)έχω την καλοσύνη ρ έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Be a dear and pass me my medicine, will you?
 Θα μου φέρεις τα φάρμακά μου σαν καλό παιδί που είσαι;
 Έχεις την καλοσύνη να μου φέρεις τα φάρμακά μου;
a dime a dozen (US),
ten a penny (UK)
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, informal (common) (μεταφορικά)με το τσουβάλι εκφρ
  ένας σωρός έκφρ
 In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
 Στο Χόλιγουντ, βρίσκεις νέους φιλόδοξους ηθοποιούς με το τσουβάλι.
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθ
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (amount: trivial)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
 The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket.
 Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό.
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth]: inconsequential)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative ([sth]: inconsequential) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
  (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλ
be a far cry from [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (very different from)που είναι πολύ διαφορετικός από κτ περίφρ
  (λόγιο)που απέχει παρασάγγας από κτ, που απέχει παρασάγγες από κτ, που πόρρω απέχει από κτ έκφρ
  που δεν έχει καμία σχέση με κτ περίφρ
 Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
 Η ζωή στον Καναδά είναι πολύ διαφορετική από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά απέχει παρασάγγας από αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
 Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (terrible misfortune) (μοίρα, κατάσταση)χειρότερος και από θάνατο περίφρ
  (μτφ: κάτι που δεν θέλω)καταδίκη ουσ θηλ
  (σε σύγκριση)καλύτερα να πέθαινα, καλύτερα νεκρός περίφρ
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. euphemism, obsolete (loss of virginity) (απώλεια παρθενίας)βιασμός ουσ αρσ
a few bob nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, dated (money: small sum) (καθομ: χρήματα)λίγα ψιλά, κάτι ψιλά επίθ + ουσ ουδ πλ
 I gave a few bob to the kid next door; he helped me wash the car.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on several occasions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 That boy has come over a few times and always behaved himself.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with several repetitions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 After you do it a few times it doesn't seem so terrible.
a few too many exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (an excessive number of)υπερβολικά πολύς επίρ + επίθ
  παραπάνω απ' ότι πρέπει περίφρ
  υπερβολικά επίρ
 This has happened a few too many times now. It has to stop.
a fine mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (situation: awkward)αναστάτωση, σύγχυση ουσ θηλ
  μπάχαλο, μπέρδεμα ουσ ουδ
 The lies we told got us into a fine mess when everyone found out the truth. Now you've done it. Look at the fine mess you've gotten us into.
 Τα ψέμματα που είπαμε μας έβαλαν σε μεγάλο μπέρδεμα όταν έμαθαν όλοι την αλήθεια. Τώρα το έκανες. Κοίτα σε τι μπέρδεμα μας έβαλες.
a fish out of water nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] in unfamiliar place, situation) (μεταφορικά)ψάρι έξω από το νερό έκφρ
 Although a fantastic football player, he was a fish out of water on the golf course.
a fortiori advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (argument: stronger reason)κατά μείζονα λόγο φρ ως επίρ
A friend in need is a friend indeed. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ([sb] who helps is real friend)ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται περίφρ
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
a good deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bargain)ευκαιρία ουσ θηλ
  καλή προσφορά επίθ + ουσ θηλ
 I chose the car because it was reliable and a good deal.
a good deal advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (a lot)αρκετά επίρ
  (καθομιλουμένη)κάμποσο επίρ
 She walks around the neighborhood a good deal.
a good deal of [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (a lot)αρκετός επίθ
  (καθομιλουμένη)κάμποσος επίθ
  μπόλικος επίθ
 I hope you like spicy food, because I added a good deal of fresh jalapeño.
a good innings nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (long life)μακροζωία, μακροβιότητα ουσ θηλ
 He was 96 when he died. That's a good innings!
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bargain)καλή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  ευκαιρία ουσ θηλ
 I chose the car because it was reliable and a great deal.
 Επέλεξα το αυτοκίνητο, καθώς ήταν αξιόπιστο και καλή ευκαιρία.
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(much, large amount)πολλά επίθ ως ουσ
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
 Έχω να πετύχω πολλά πριν τελειώσει το εξάμηνο.
a great deal of [sth],
a good deal of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(large amount of [sth])μεγάλος επίθ
  πολύς επίθ
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(greatly, very much)πολύ επίρ
  ιδιαίτερα επίθ
 I value your input a great deal.
 Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(considerably)πολύ επίρ
 I'm feeling a great deal better since I ate some soup.
 Νιώθω πολύ καλύτερα, αφότου έφαγα λίγη σούπα.
a great deal of effort nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλ
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
a great one for doing [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: does [sth] frequently)που συνηθίζει να κάνει κάτι περίφρ
  (ανεπίσημο)που το 'χει με κτ περίφρ
 He's a great one for telling stories.
a great time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fun, enjoyment) (διασκέδαση)πολύ καλά φρ ως επίρ
  περίφημα, υπέροχα επίρ
 Thanks so much for inviting me; I had a great time!
a hairbreadth away (US),
a hair's breadth away (UK)
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
figurative (very close) (καθομιλουμένη)ένα τσικ φρ ως επίρ
  τόσο δα φρ ως επίρ
  πολύ λίγο φρ ως επίρ
 The house that I bought was a hair's breadth away from the sea.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] difficult) (καθομιλουμένη)δύσκολη περίπτωση επίθ + ουσ θηλ
  δύσκολος επίθ
 Mark is a hard one; you never know what he is thinking.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] cold, severe) (μεταφορικά)δύσκολος επίθ
  σκληρός επίθ
 The boss is a hard one; he is very strict.
a job well done nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (task that is performed well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Congratulations on a job well done!
a la,
à la
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
Gallicism (in the style of)α λα επίρ
  σαν επίθ
 He swears a lot when he's angry, a la Gordon Ramsay.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, α λα Γκόρντον Ράμσεϊ.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, σαν τον Γκόρντον Ράμσεϊ.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." French (ordering dishes: individually)αλακάρτ επίρ
  (πιο απλά)από το μενού, από τον κατάλογο περίφρ
 Rather than choosing the set lunch, she decided to order à la carte.
 Αντί να επιλέξει το προκαθορισμένο μεσημεριανό γεύμα, αποφάσισε να παραγγείλει από τον κατάλογο.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." French (menu items: priced individually)από τον κατάλογο, από το μενού περίφρ
 The restaurant offers a wide selection of à la carte menu items.
 Το εστιατόριο προσφέρει ευρεία επιλογή πιάτων από τον κατάλογο.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, French (choosing, buying: individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρ
  (όχι όλα μαζί)ξεχωριστά επίρ
  ένα ένα φρ ως επίρ
 Customers can download songs à la carte.
 Η πελάτες μπορούν να κατεβάσουν τραγούδια κατ' επιλογή.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, French (can be purchased individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρ
  κατ' επιλογήν φρ ως επίθ
 The website allows people to make à la carte purchases.
 Ο ιστότοπος δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να πραγματοποιήσει αγορές κατ' επιλογή.
 Σε αυτό τον ιστότοπο υπάρχει η δυνατότητα κατ' επιλογήν αγορών.
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
Gallicism (fashionable, in fashion)στην μόδα, μοδάτος, μοντέρνος επίθ
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, French (with ice cream)με παγωτό επίθ
 I ordered a piece of pie a la mode.
 Παρήγγειλα ένα κομμάτι πίτας με παγωτό.
A level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, often plural (Advanced level: exam)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Graham failed all his A levels so was unable to get into university.
a little adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (small amount)λίγος επίθ
 I just want a little salt on my potatoes.
 Θέλω μόνο λίγο αλάτι στις πατάτες μου.
a little advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)λίγο επίρ
  ελαφρώς επίρ
 She was a little angry with me. The doctor says your blood pressure is a little high.
 Ήταν λίγο θυμωμένη μαζί μου.
 Ο γιατρός λέει ότι η πίεση του αίματός σου είναι ελαφρώς ανεβασμένη.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short time)λίγο, λιγάκι επίρ
 I'll be there in a little.
 Θα είμαι εκεί σε λιγάκι.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small amount)λίγος επίθ
 Chocolate? I'll just have a little.
 Σοκολάτα; Θα πάρω λίγη μόνο.
a little bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (small amount)λίγο, λιγάκι επίθ
  (καθομιλουμένη)λιγουλάκι επίθ
 There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
 Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;
a little bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, κάπως επίρ
 I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
 Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.
a little more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small additional quantity)λίγο παραπάνω, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 I already added salt to the potatoes, but I think they could use a little more.
a little more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (slightly more)λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 May I have a little more tea, please?
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for a short while longer)για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμα περίφρ
  λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 The girls asked her mother if she could continue playing outside a little more.
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly more often)λίγο πιο συχνά περίφρ
 You need to exercise a little more if you want to get fit.
a little thing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] trivial)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ
 I know it's just a little thing, but I find the constant tapping of your foot annoying.
 Ξέρω ότι είναι κάτι το ασήμαντο, αλλά με ενοχλεί το ότι χτυπάς συνεχώς το πόδι σου στο πάτωμα.
a load of nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (great quantity)πολύς επίθ
 I'll cook up a load of chicken legs and we can take them on our picnic.
a load nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (great quantity)πολλά ουσ ουδ
 Jess has taught me a load about computer coding.
a long time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a considerable period)πολύς καιρός ουσ αρσ
  μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ ουδ
 It's a long time since we last met.
 Πάει πολύς καιρός από τότε που βρεθήκαμε για τελευταία φορά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Λείπει από τη δουλειά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
a long time ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distant past)πριν από πολύ καιρό, πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρ
 A long time ago, my ancestors settled in this land.
a long way down advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far below)πολύ πιο κάτω περίφρ
 It's a long way down from the top of the cliff.
a long way down preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (a significant distance along)πολύ πιο μακριά, πολύ πιο πέρα, πολύ παραπέρα περίφρ
  (μεταφορικά)πολύ πιο κάτω περίφρ
 The climber fell a long way down the mountain, but luckily landed in deep snow.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distance)μακριά επίρ
  (ποιητικό)αλάργα επίρ
 A long way off, you could just see the lights from a distant village.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (distant, far away)μακριά επίρ
  (ποιητικό)αλάργα επίρ
 Those birds are swimming a long way off shore, so you'll need a telescope to see them.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, colloquial (in the distant future)στο μέλλον, μελλοντικά επίρ
 My sixtieth birthday is still a long way off.
a long while nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time)πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ
  καιρός ουσ αρσ
 It's been a long while since I played golf.
a lot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (large quantity)πολλοί επίθ
a lot of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (many, much) (ποσότητα)πολύς επίθ
  (αριθμός)πολλοί επίθ
 There were a lot of children in the swimming pool. They made a lot of noise.
 Υπήρχαν πολλά παιδιά στην πισίνα. Έκαναν πολύ θόρυβο.
a lot advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (greatly)πολύ επίρ
a lot advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (often, at length)πολύ επίρ
 She talks a lot without saying anything important.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A banker makes a lot more than a teacher.
 Ένας τραπεζίτης βγάζει πολύ περισσότερα από έναν καθηγητή.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A few hundred is a lot more than a couple dozen.
 Μερικές εκατοντάδες είναι πολύ περισσότερο από δυο δωδεκάδες.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 I need a lot more flour to make this dough.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A lot more people are taking up cycling these days.
a lot more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to greater degree)πολύ περισσότερο φρ ως επίρ
 Your foot bends a lot more when you run.
a lot of fun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] very entertaining) (διασκέδαση: πέρασα)πολύ ωραία, πολύ καλά περίφρ
  υπέροχα, καταπληκτικά επίρ
  τέλεια επίρ
 Thank you for inviting me to your party. I had a lot of fun.
a lucky find nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (a fortunate discovery)τυχερή ανακάλυψη περίφρ
a man for all seasons nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (capable man)πολυτάλαντος επίθ
a man's man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (virile male) (μτφ, καθομιλουμένη)το απόλυτο αρσενικό έκφρ
  άντρας με τα όλα του εκφρ
  (αργκό)πολύ άντρας, και πολύ άντρας έκφρ
  (αργκό, χυδαίο)άντρας μ' αρχίδια εκφρ
 James Bond is a man's man, and that's why he gets all the ladies.
a matter of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subjective, debatable)υποκειμενικός επίθ
 Fashion is a matter of opinion.
a matter of time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] which will happen eventually)θέμα χρόνου έκφρ
 They've been dating for 5 years, so it's only a matter of time before he proposes.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'a' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης