• Δείτε επίσης:
    • Ρυθμίσεις:
      • Όταν επιλέγετε μια λέξη:

      • Πρόσφατες αναζητήσεις:
        • Εμφάνιση όλων
    • Σύνδεσμοι:

a

Listen:
 /eɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
A,
a
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(first letter of alphabet) (λατινικό αλφάβητο)a ουσ ουδ άκλ
  (ελληνικό αλφάβητο)α, άλφα ουσ ουδ άκλ
 Apple begins with an "a".
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η λέξη «απόψε» αρχίζει με το γράμμα άλφα.
a,
an
indef artindefinite article: a, an
(indefinite article)ένας, μία, ένα αόρ.άρθ.
Σχόλιο: "an" is used before a vowel sound
Σχόλιο: ένας-μία (or: μια)-ένα
 There's a monster under my bed.
 Κάτω από το κρεβάτι μου είναι ένα τέρας.
a nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one: before a number) (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις)μία, μια επίθ θηλ
Σχόλιο: Συνήθως δε μεταφράζεται, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στα χίλια βιβλία. Η μετάφραση χρησιμοποιείται όταν ακολουθεί περιληπτικό αριθμητικό, π.χ. Πρέπει να έχει γύρω στη μία χιλιάδα βιβλία.
 He must have a thousand books.
a,
an
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] hypothetical, non-specific) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Προτιμάται ο πληθυντικός.
 I like a challenge.
 Μου αρέσουν οι προκλήσεις.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
a indef artindefinite article: a, an (person called)ένας, κάποιος αντων
Σχόλιο: ένας, μία, ένα
 A Mr Smith asked to speak to you.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grade) (δημοτικό)Α ουσ ουσ ακλ
  10 ουσ ουσ ακλ
  (γυμνάσιο/λύκειο)20 ουσ ουσ
 I got an "A" in my history test.
 Πήρα Α στο τεστ ιστορίας.
 Πήρα 20 στο τεστ ιστορίας.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: note) (νότα)Α ουσ ακλ
  (στην Ελλάδα)Λα ουσ ακλ
 The song begins on an A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(music: key)λα ουσ ουδ άκλ
  (μουσική γραφή)Α ουσ ουδ άκλ
 They're playing Grieg's piano concerto in A-minor tonight.
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood type) (ομάδα αίματος)Α ουσ ουσ ακλ
 My blood type is A.
a,
A
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(indicating a subdivision) (δηλωτικό υποκατηγορίας)α ουσ ουδ ακλ
 What's the answer to question 3a?
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indicating house number) (διεύθυνση κτηρίου)Α ουσ ουδ άκλ
 Who lived at 221A Baker Street?
 Ποιος έμενε στην Οδό Μπέικερ 221Α;
A nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (answer) (σντμ: απάντηση)Α, Απ. ουσ θηλ άκλ
 Q: Who wrote "Hamlet"? A: William Shakespeare.
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: not, without)α- πρόθεμα
 For example: apolitical, arrhythmia
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (on, towards)σε πρόθ
  προς πρόθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποδίδεται με ένα επίρρημα, ενώ σε άλλες αποδίδεται περιφραστικά, πχ προς τα πίσω, στην άκρη κλπ.
 For example: aback, aside
a prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said. (adjective: in the state of) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 For example: afire, asleep
 Για παράδειγμα: καίγομαι, κοιμάμαι
 Για παράδειγμα: έχω πάρει φωτιά, με έχει πάρει ο ύπνος
 Για παράδειγμα: φλεγόμενος, κοιμώμενος
a,
an
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(per, every, each)ανά, κατά, κάθε πρόθ
 The speed limit in residential areas is 30 miles an hour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρ
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now: a bird in the hand is worth two in the bush.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." UK, informal (a little)λίγο, λιγουλάκι επίρ
  (μεταφορικά)ελαφρώς επίρ
 Run around a bit and you'll soon warm up.
 Τρέχα λίγο και σύντομα θα ζεσταθείς.
a bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)ελαφρώς επίρ
 It's a bit cold in here!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαι ελαφρώς ξενυχτισμένη και αυτό επηρεάζει την απόδοσή μου στη δουλειά.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (chaotic)μπλεγμένος, μπερδεμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)χάλι, μπάχαλο ουσ ουδ ως επίθ
  ψιλο-χάλια, ψιλομπάχαλο επίρ
 His love life's a bit of a mess.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (difficult situation)σε άσχημη κατάσταση περίφρ
  (καθομιλουμένη)χάλια επίρ
 To say that the economy is in a bit of a mess is putting it mildly.
a bit of a mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (place: untidy) (καθομιλουμένη)γίνεται χαμός, γίνεται ψιλο-χαμός περίφρ
  χάλια, ψιλο-χάλια επίρ
  μπάχαλο, ψιλο-χάος ουσ ουδ ως επίθ
  (μεταφορικά)άνω-κάτω επίρ
 My house is a bit of a mess, but please come in.
 Γίνεται χαμός στο σπίτι μου, αλλά παρακαλώ περάσε μέσα.
 Το σπίτι μου είναι μπάχαλο αλλά παρακαλώ πέρασε μέσα.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: not runny)λίγο πηχτός, λίγο παχύρρευστος επίρ + επίθ
Σχόλιο: Το επίρρημα "λίγο" μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε επίρρημα ανάλογης σημασίας, π.χ. κάπως, ελαφρώς, λιγάκι κ.ά.
 The gravy seems a bit thick; I can stand a spoon in it!
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, figurative, pejorative, slang (person: not intelligent) (μτφ, καθομ, προσβλ)λίγο αργός επίθ
  (αργκό, προσβλητικό)τα ζώα μου αργά έκφρ
  χαζούλης επίθ
 He's a bit thick, but really nice all the same.
a bit thick adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (person, physique: not thin)λίγο παχύς, κάπως παχύς επίρ + επίθ
  παχουλός επίθ
 He's a bit thick through the waist.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: too runny)λεπτούλης επίθ
 The gravy seems a bit thin, so I think I'll add some more flour to thicken it up.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (resources: limited) (μεταφορικά)περιορισμένος, λιγοστός επίθ
 My budget is a bit thin, so I won't be going to Africa this year.
 Ο προϋπολογισμός είναι κάπως περιορισμένος, έτσι δεν θα πάω στην Αφρική φέτος.
a bit thin adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: skinny)αρκετά λεπτός, αρκετά αδύνατος επίρ + επίθ
  αδυνατούλης, λεπτούλης επίθ
a bit too advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (overly)υπερβολικά, υπέρμετρα επίρ
 His hair was a bit too long for me. She seemed a bit too calm. Something must be wrong.
 Τα μαλλιά του ήταν υπερβολικά μακριά για μένα. Έμοιαζε υπερβολικά ήρεμη. Κάτι πρέπει να πάει στραβά.
a blaze of color,
UK: a blaze of colour
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US ([sth] intensely colourful) (μεταφορικά)έκρηξη χρωμάτων περίφρ
a cappella advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Italian (sing: without instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίρ
 The piece is usually orchestral but they performed it a cappella.
 Αυτό το κομμάτι είναι συνήθως ορχηστρικό, αλλά το εκτέλεσαν α καπέλα.
a cappella adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." Italian (singing: no instruments) (ξενικό, άκλιτο)α καπέλα φρ ως επίθ
 Gregorian chant is usually a cappella singing.
 Οι Γρηγοριανοί ύμνοι είναι συνήθως τραγούδια α καπέλα.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a modicum)κάποιος βαθμός περίφρ
  κάποιος επίθ
  λίγο επίρ
  ένας κάποιος φρ
 You need to use a certain amount of caution when using that product.
 Χρειάζεται μια κάποια προσοχή κατά τη χρήση αυτού του προϊόντος.
a certain amount of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (specified quantity)ορισμένη ποσότητα, συγκεκριμένη ποσότητα περίφρ
  ορισμένο ποσό, συγκεκριμένο ποσό περίφρ
a chip off the old block nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (person: like parent) (καθομιλουμένη)σόι πάει το βασίλειο έκφρ
  το μήλο κάτω απ΄ τη μηλιά θα πέσει έκφρ
  κατά μάνα κατά κύρη έκφρ
  κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα έκφρ
 He'll be a womanizer just like his father; he's a chip off the old block.
a cut above,
a cut above [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(superior to)μια κλάση πάνω εκφρ
 He is a cut above the rest.
 Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.
a dab hand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (expert, skilled person)επιδέξιος, ικανός επίθ
 Could you help me roll this pastry? I hear you're a dab hand in the kitchen.
a dear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (kind, sweet person) (σε παιδί)σαν καλό παιδί περίφρ
  (γενικά)έχω την καλοσύνη ρ έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Be a dear and pass me my medicine, will you?
 Θα μου φέρεις τα φαρμακά μου σαν καλό παιδί;
 Έχεις την καλοσύνη να μου φέρεις τα φάρμακά μου;
a dime a dozen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, informal (common)με το τσουβάλι, του σωρού εκφρ
 In Hollywood, aspiring young actresses are a dime a dozen.
 Στο Χόλιγουντ, οι φιλόδοξοι νέοι ηθοποιοί βρίσκονται με το τσουβάλι.
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθ
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (amount: trivial)σταγόνα στον ωκεανό φρ
 The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket.
 Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό.
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth]: inconsequential)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό φρ
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative ([sth]: inconsequential) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρ
  (καθομ: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλ
a far cry from [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (very different from)διαφεροτικός, αλλιώτικος, που απέχει παρασάγγας επίθ
 Life in Canada is a far cry from what she's used to in Haiti.
 Η ζωή στον Καναδά απέχει παρασάγγας από ό,τι έχει συνηθίσει στην Αϊτή.
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (terrible misfortune) (μοίρα, κατάσταση)χειρότερος και από θάνατο περίφρ
  (μτφ: κάτι που δεν θέλω)καταδίκη ουσ θηλ
  (σε σύγκριση)καλύτερα να πέθαινα, καλύτερα νεκρός περίφρ
a fate worse than death nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. euphemism, obsolete (loss of virginity) (απώλεια παρθενίας)βιασμός ουσ αρσ
a few bob nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, dated (money: small sum) (καθομ: χρήματα)λίγα ψιλά, κάτι ψιλά επίθ + ουσ ουδ πλ
 I gave a few bob to the kid next door; he helped me wash the car.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on several occasions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 That boy has come over a few times and always behaved himself.
a few times advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with several repetitions)μερικές φορές επίθ + ουσ θηλ
 After you do it a few times it doesn't seem so terrible.
a few too many exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (an excessive number of)υπερβολικά πολύς επίρ + επίθ
  παραπάνω απ' ότι πρέπει περίφρ
  υπερβολικά επίρ
 This has happened a few too many times now. It has to stop.
a fine mess nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (situation: awkward)αναστάτωση, σύγχυση ουσ θηλ
  μπάχαλο, μπέρδεμα ουσ ουδ
 The lies we told got us into a fine mess when everyone found out the truth. Now you've done it. Look at the fine mess you've gotten us into.
 Τα ψέμματα που είπαμε μας έβαλαν σε μεγάλο μπέρδεμα όταν έμαθαν όλοι την αλήθεια. Τώρα το έκανες. Κοίτα σε τι μπέρδεμα μας έβαλες.
a fish out of water nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] in unfamiliar place, situation) (μεταφορικά)ψάρι έξω από το νερό έκφρ
 Although a fantastic football player, he was a fish out of water on the golf course.
a fortiori advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (argument: stronger reason)κατά μείζονα λόγο φρ ως επίρ
a good deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bargain)ευκαιρία ουσ θηλ
  καλή προσφορά επίθ + ουσ θηλ
 I chose the car because it was reliable and a good deal.
a good deal advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (a lot)αρκετά επίρ
  (καθομιλουμένη)κάμποσο επίρ
 She walks around the neighborhood a good deal.
a good deal of [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (a lot)αρκετός επίθ
  (καθομιλουμένη)κάμποσος επίθ
  μπόλικος επίθ
 I hope you like spicy food, because I added a good deal of fresh jalapeño.
a good innings nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, figurative (long life)μακροζωία, μακροβιότητα ουσ θηλ
 He was 96 when he died. That's a good innings!
a great deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large amount)πολλά επίθ ως ουσ ουδ πλ
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
a great deal of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large amount of [sth](μέγεθος)μεγάλος επίθ
  (ποσότητα)πολύς επίθ
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε πολλή επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a lot, much)πολύ επίρ
 I value your input a great deal.
a great deal of effort nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλ
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
a great one for doing [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: does [sth] frequently)που συνηθίζει να κάνει κάτι περίφρ
  (ανεπίσημο)που το 'χει με κτ περίφρ
 He's a great one for telling stories.
a great time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fun, enjoyment) (διασκέδαση)πολύ καλά φρ ως επίρ
  περίφημα, υπέροχα επίρ
 Thanks so much for inviting me; I had a great time!
a hair's breadth away advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very close) (καθομιλουμένη)ένα τσικ φρ ως επίρ
  τόσο δα φρ ως επίρ
  πολύ λίγο φρ ως επίρ
 The house that I bought was a hair's breadth away from the sea.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] difficult) (καθομιλουμένη)δύσκολη περίπτωση επίθ + ουσ θηλ
  δύσκολος επίθ
 Mark is a hard one; you never know what he is thinking.
a hard one nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] cold, severe) (μεταφορικά)δύσκολος επίθ
  σκληρός επίθ
 The boss is a hard one; he is very strict.
a job well done nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (task that is performed well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Congratulations on a job well done!
a la,
à la
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
French (in the style of)α λα επίρ
 He swears a lot when he's angry, a la Gordon Ramsay.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, α λα Γκόρντον Ράμσεϊ.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." French (ordering dishes: individually)αλακάρτ επίρ
  (πιο απλά)από το μενού, από τον κατάλογο περίφρ
 Rather than choosing the set lunch, she decided to order à la carte.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." French (menu items: priced individually)από τον κατάλογο, από το μενού περίφρ
 The restaurant offers a wide selection of à la carte menu items.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, French (choosing, buying: individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρ
  (όχι όλα μαζί)ξεχωριστά επίρ
  ένα ένα φρ ως επίρ
 Customers can download songs à la carte.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, French (can be purchased individually) (μεταφορικά)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The website allows people to make à la carte purchases.
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
French (fashionable, in fashion)στην μόδα, μοδάτος, μοντέρνος επίθ
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, French (with ice cream)με παγωτό επίθ
 I ordered a piece of pie a la mode.
 Παρήγγειλα ένα κομμάτι πίτας με παγωτό.
a little advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly)ελαφρώς, λίγο επίρ
 She was a little angry with me. The doctor says your blood pressure is a little high.
a little adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (small amount)λίγος επίθ
 I just want a little salt on my potatoes.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short time)λίγο, λιγάκι επίρ
 I'll be there in a little.
a little nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small amount)λίγος επίθ
 Chocolate? I'll just have a little.
a little bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (small amount)λίγο, λιγουλάκι ουσ ουδ
 There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγουλάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;
a little bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, κάπως επίρ
 I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
 Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.
a little more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a small additional quantity)λίγο παραπάνω, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 I already added salt to the potatoes, but I think they could use a little more.
a little more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (slightly more)λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 May I have a little more tea, please?
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for a short while longer)για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμα περίφρ
  λίγο ακόμη, λίγο ακόμα περίφρ
 The girls asked her mother if she could continue playing outside a little more.
a little more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (slightly more often)λίγο πιο συχνά περίφρ
 You need to exercise a little more if you want to get fit.
a little thing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] trivial)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσ
 I know it's just a little thing, but I find the constant tapping of your foot annoying.
 Ξέρω ότι είναι κάτι το ασήμαντο, αλλά με ενοχλεί το ότι χτυπάς συνεχώς το πόδι σου στο πάτωμα.
a long time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (a considerable period)πολύς καιρός ουσ αρσ
  μεγάλο χρονικό διάστημα ουσ ουδ
 It's been a long time since we last met. It's been a long time since we last met.
 Πάει πολύς καιρός από τότε που βρεθήκαμε για τελευταία φορά.
a long time ago advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distant past)πριν από πολύ καιρό, πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρ
 A long time ago, my ancestors settled in this land.
a long way down advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far below)πολύ πιο κάτω περίφρ
 It's a long way down from the top of the cliff.
a long way down preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (a significant distance along)πολύ πιο μακριά, πολύ πιο πέρα, πολύ παραπέρα περίφρ
  (μεταφορικά)πολύ πιο κάτω περίφρ
 The climber fell a long way down the mountain, but luckily landed in deep snow.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the distance)μακριά επίρ
  (ποιητικό)αλάργα επίρ
 A long way off, you could just see the lights from a distant village.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (distant, far away)μακριά επίρ
  (ποιητικό)αλάργα επίρ
 Those birds are swimming a long way off shore, so you'll need a telescope to see them.
a long way off advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, colloquial (in the distant future)στο μέλλον, μελλοντικά επίρ
 My sixtieth birthday is still a long way off.
a long while nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (considerable period of time)πολύς καιρός επίθ + ουσ αρσ
  καιρός ουσ αρσ
 It's been a long while since I played golf.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A banker makes a lot more than a teacher.
 Ένας τραπεζίτης βγάζει πολύ περισσότερα από έναν καθηγητή.
a lot more nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A few hundred is a lot more than a couple dozen.
 Μερικές εκατοντάδες είναι πολύ περισσότερο από δυο δωδεκάδες.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater amount)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 I need a lot more flour to make this dough.
a lot more adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in greater number)πολύ περισσότερος επίρ + επίθ
 A lot more people are taking up cycling these days.
a lot more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to greater degree)πολύ περισσότερο φρ ως επίρ
 Your foot bends a lot more when you run.
a lot of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (many, much) (ποσότητα)πολύς επίθ
  (αριθμός)πολλοί επίθ
 There were a lot of children in the swimming pool. They made a lot of noise.
 Υπήρχαν πολλά παιδιά στην πισίνα. Έκαναν πολύ θόρυβο.
a lot of fun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] very entertaining) (διασκέδαση: πέρασα)πολύ ωραία, πολύ καλά περίφρ
  υπέροχα, καταπληκτικά επίρ
  τέλεια επίρ
 Thank you for inviting me to your party. I had a lot of fun.
a man for all seasons nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (capable man)πολυτάλαντος επίθ
a man's man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (virile male) (μτφ, καθομιλουμένη)το απόλυτο αρσενικό φρ
  άντρας με τα όλα του εκφρ
  (αργκό)πολύ άντρας, και πολύ άντρας φρ
  (αργκό, χυδαίο)άντρας μ' αρχίδια εκφρ
 James Bond is a man's man, and that's why he gets all the ladies.
a matter of opinion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subjective, debatable)υποκειμενικός επίθ
 Fashion is a matter of opinion.
a matter of time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] which will happen eventually)θέμα χρόνου φρ
 They've been dating for 5 years, so it's only a matter of time before he proposes.
a mighty long time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal (very considerable period)πολύς καιρός, πολύς χρόνος περίφρ
  (μεταφορικά)μια ζωή, μια ζωή ολόκληρη φρ
 34 years? That's a mighty long time to spend in one job.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (one mile in length) (ίσος με ένα μίλι)ένα μίλι μακρύς επίθ
 The road is about a mile long.
 Ο δρόμος είναι περίπου ένα μίλι μακρύς.
a mile long adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, figurative, informal (extensive) (μεταφορικά)εκτεταμένος επίθ
 Her grocery list was a mile long!
a mite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, λίγο, κάπως επίρ
 Aren't you a mite too old to be watching cartoons?
a monument to [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (example, evidence)δείγμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά: με γενική)μνημείο ουσ ουδ
 His last film was a monument to stupidity and bad taste.
a nice little earner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang ([sth] which generates income)πηγή εισοδήματος, πηγή κέρδους φρ ως ουσ θηλ
 I'm setting up a website to sell my photos; it should be a nice little earner.
a night out on the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evening at bar, party) (μεταφορικά)έξοδος ουσ θηλ
  νυχτερινή έξοδος επίθ + ουσ θηλ
  (αργκό)μπαρότσαρκα ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Όταν πήρα την προαγωγή, βγήκαμε με τους φίλους μου να το γιορτάσουμε.»
 After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;
a nose for [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (instinctive ability to detect [sth](μεταφορικά)μύτη ουσ θηλ
  (μεταφορικά)μάτι ουσ ουδ
 He has a great nose for good books.
 Έχει μύτη όταν πρόκειται για βιβλία.
 Κόβει το μάτι του όταν πρόκειται για βιβλία.
a number of adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (several)αρκετός επίθ
  διάφορος επίθ
 He has broken the rules a number of times.
 Παραβίασε τους κανόνες αρκετές φορές.
a piece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, regional (a distance, a way)λίγο πιο πέρα, λίγο μετά, λίγο πιο κάτω φρ ως επίρ
 The farm is down the road a piece.
a piece of cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] easy to do) (μτφ: πολύ εύκολο)παιχνιδάκι ουσ ουδ ως επίθ
  πανεύκολος επίθ
 The new software installation was a piece of cake, no problems!
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'a' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.