WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a la,
à la
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
Gallicism (in the style of)α λα επίρ
  σαν επίθ
 He swears a lot when he's angry, a la Gordon Ramsay.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, α λα Γκόρντον Ράμσεϊ.
 Βρίζει πολύ όταν είναι θυμωμένος, σαν τον Γκόρντον Ράμσεϊ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." French (ordering dishes: individually)αλακάρτ επίρ
  (πιο απλά)από το μενού, από τον κατάλογο περίφρ
 Rather than choosing the set lunch, she decided to order à la carte.
 Αντί να επιλέξει το προκαθορισμένο μεσημεριανό γεύμα, αποφάσισε να παραγγείλει από τον κατάλογο.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." French (menu items: priced individually)από τον κατάλογο, από το μενού περίφρ
 The restaurant offers a wide selection of à la carte menu items.
 Το εστιατόριο προσφέρει ευρεία επιλογή πιάτων από τον κατάλογο.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, French (choosing, buying: individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρ
  (όχι όλα μαζί)ξεχωριστά επίρ
  ένα ένα φρ ως επίρ
 Customers can download songs à la carte.
 Η πελάτες μπορούν να κατεβάσουν τραγούδια κατ' επιλογή.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, French (can be purchased individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρ
  κατ' επιλογήν φρ ως επίθ
 The website allows people to make à la carte purchases.
 Ο ιστότοπος δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να πραγματοποιήσει αγορές κατ' επιλογή.
 Σε αυτό τον ιστότοπο υπάρχει η δυνατότητα κατ' επιλογήν αγορών.
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
Gallicism (fashionable, in fashion)στην μόδα, μοδάτος, μοντέρνος επίθ
a la mode,
à la mode
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, French (with ice cream)με παγωτό επίθ
 I ordered a piece of pie a la mode.
 Παρήγγειλα ένα κομμάτι πίτας με παγωτό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης