a little bit


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
a little bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (small amount)λίγο, λιγουλάκι ουσ ουδ
 There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγουλάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;
a little bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (slightly)ελαφρώς, κάπως επίρ
 I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
 Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
in a little bit advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." UK, informal (soon)σε λιγάκι, σε λίγο φρ ως επίρ
 Please set the table because dinner will be ready in a little bit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'a little bit' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a little bit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a little bit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: proud | hurl

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.