a.k.a.

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
a.k.a.,
aka,
A.K.A.,
AKA.
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
acronym (also known as)επίσης γνωστό ως έκφρ
 William H. Bonney, a.k.a. Billy the Kid, was 19th-century American outlaw.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
also known as preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (alias)γνωστός επίσης και ως περίφρ
 Eva Perón, also known as Evita, was a controversial figure in Argentine politics.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a.k.a. στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a.k.a.'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.