a.m.

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
a.m.,
am,
A.M.,
AM
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
abbreviation (antemeridian: in the morning) (προφορικός λόγος, επίσημο)προ μεσημβρίας φρ ως επίρ
  (σντμ: γραπτός λόγος)π.μ., πμ φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη)το πρωί φρ ως επίρ
 You have a 9:30 a.m. appointment with the doctor. I woke up at 7 am.
 Έχεις ραντεβού με το γιατρό στις 9:30 προ μεσημβρίας. Ξύπνησα στις 7 προ μεσημβρίας.
 Έχεις ραντεβού με το γιατρό στις 9:30 π.μ. (or: πμ). Ξύπνησα στις 7 π.μ. (or: πμ).
 Έχεις ραντεβού με το γιατρό στις 9:30 το πρωί. Ξύπνησα στις 7 το πρωί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ante meridiem advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (in the morning) (το πρωί)προ μεσημβρίας φρ ως επίρ
  (συντομογραφία)π.μ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

antemeridian:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.

'a.m.' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a.m. στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'a.m.'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.