aardvark

 /ˈɑːdˌvɑːk/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
aardvark nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ant-eating mammal) (θηλαστικό ζώο)άαρντβαρκ ουσ ουδ ακλ
  (επίσημα)ορυκτερόπους ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aardvark στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aardvark'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: away | fair

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.