ab


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ab nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." abbr, informal (abdominal muscles) (μύες)κοιλιακοί επίθ ως ουσ αρσ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

AB:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
B.A.,
BA
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (degree: Bachelor of Arts)πτυχίο ουσ ουδ
  μπάτσελορ, bachelor ουσ ουδ άκλ
  (κατά λέξη, συντομογραφία)B.A. φρ ως ουσ ουδ άκλ
  (κατά λέξη)Bachelor of Arts φρ ως ουσ ουδ άκλ
 Sarah has a BA in Art History from the University of East Anglia.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
abdominal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of, in the abdomen)κοιλιακός επίθ
 The patient is complaining of severe abdominal pain.
abdominals nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (stomach muscles)κοιλιακοί μύες επίθ + ουσ αρσ πλ
  κοιλιακοί επίθ ως ουσ αρσ πλ
 This exercise will work your abdominals.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
type AB nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood group AB)ομάδα ΑΒ ουσ θηλ
 Blood type AB is the rarest of all the blood groups.
type AB adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (blood: of group AB)που ανήκει στην ομάδα ΑΒ επίθ
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 My blood is type AB and that makes me a universal recipient.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
ab | AB | B.A. | abdominal | type AB
EnglishGreek
ab initio advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (from the beginning)εξαρχής, από την αρχή επίρ
ab initio advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin (from first principles)εξαρχής, από την αρχή επίρ
type AB nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood group AB)ομάδα ΑΒ ουσ θηλ
 Blood type AB is the rarest of all the blood groups.
type AB adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (blood: of group AB)που ανήκει στην ομάδα ΑΒ επίθ
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 My blood is type AB and that makes me a universal recipient.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'ab' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ab στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ab'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.