aback

Listen:
 /əˈbæk/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
aback advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." archaic (towards the back) (λόγιος)όπισθεν επίρ
  (κατεύθυνση)προς τα πίσω φρ ως επίρ
  (θέση)πίσω επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
take [sb] aback vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (surprise)ξαφνιάζω, εκπλήσσω ρ μ
Σχόλιο: Often in passive.
 Seeing so many alligators in one place really took me aback. I was really taken aback when she reacted so angrily.
 Πραγματικά ξαφνιάστηκα που υπάρχουν τόσοι αλιγάτορες σε ένα μέρος. Με εξέπληξε όταν αντέδρασε τόσο θυμωμένα.
taken aback adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (surprised, astonished)ξαφνιασμένος, κατάπληκτος, απορρημένος επίθ
 We were taken aback at his sudden admission.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Collocations: was taken aback by [how, what], was taken aback about [how], was taken aback by her [words, statement, outfit], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aback στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aback'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: away | fair

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.