abalone

Listen:
 [ˌæbəˈləʊni]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abalone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mollusc)αυτί της θάλασσας φρ ως ουσ ουδ
  αλιώτιδα ουσ θηλ
  αμπαλόνε ουσ ουδ άκλ
 Abalone is my favorite kind of shellfish.
abalone nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nacreous shell of a mollusc)αβαλόνη ουσ θηλ
  αμπαλόνε ουσ ουδ άκλ
 Beth wore a necklace made of abalone and other shells.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abalone στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abalone'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης