WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abidance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (complying with a law, agreement, etc.) (νόμου, συμφωνίας)τήρηση ουσ θηλ
  (με νόμους)συμμόρφωση ουσ θηλ
abidance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of abiding, staying) (κατοικία)διαμονή ουσ θηλ
  (διάστημα διαμονής)παραμονή ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abidance στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abidance'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: common | blend

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης