abstinence

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /ˈæbstɪnəns/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
abstinence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not drinking alcohol)εγκράτεια, αποχή ουσ θηλ
abstinence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-restraint)εγκράτεια, αποχή ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
sexual abstinence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (celibacy)αποχή από το σεξ, αγαμία έκφρ
 In a lot of religions, priests are expected to practise sexual abstinence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'abstinence' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abstinence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abstinence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης