abstinence

Listen:
 /ˈæbstɪnəns/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
abstinence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not drinking alcohol)εγκράτεια, αποχή ουσ θηλ
abstinence,
sexual abstinence
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable (celibacy)αγαμία ουσ θηλ
  (σεξουαλική)αποχή, εγκράτεια ουσ θηλ
 In a lot of religions, priests are expected to practise sexual abstinence.
abstinence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-restraint)εγκράτεια, αποχή ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'abstinence' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abstinence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abstinence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης