Σε αυτή τη σελίδα: accented, accent

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (character: with a diacritical mark)χαρακτηριστικός επίθ
 How do you type accented letters on this keyboard?
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (speech: having a regional accent) (ομιλία)χαρακτηριστικός, με χαρακτηριστική προφορά επίθ
Σχόλιο: με χαρακτηριστική προφορά: επιθετικός προσδιορισμός
 My French teacher's accented English is rather charming.
accented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (stressed, emphasised) (μεταφορικά)υπογραμμισμένος μτχ πρκ
  στον οποίο έχει δοθεί έμφαση περίφρ
Σχόλιο: στο οποίο έχει δοθεί έμφαση: επιθετικός προσδιορισμός
 In the word "content," which is the accented syllable?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (voice: foreign, regional) (ξενική)προφορά ουσ θηλ
  (καθομ, ανεπίσημο)αξάν ουσ ουδ άκλ
 Although she has lived in the U.S. for over 20 years, Pilar still speaks with an accent.
 Αν και ζει στις ΗΠΑ για πάνω από 20 χρόνια, η Πιλάρ μιλά ακόμη με προφορά.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (written: diacritical mark)τόνος ουσ αρσ
 Accents are sometimes used over some vowels in French.
 Οι τόνοι χρησιμοποιούνται μερικές φορές με κάποια φωνήεντα στα γαλλικά.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spoken: emphasis on a syllable)τόνος ουσ αρσ
 French female names often have an accent on the second syllable.
 Τα γαλλικά γυναικεία ονόματα συχνά έχουν τόνο στη δεύτερη συλλαβή.
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emphasis)έμφαση ουσ θηλ
 The accent of this workshop is on organic gardening methods.
 Σε αυτό το εργαστήριο δίνεται έμφαση στις μεθόδους βιολογικής καλλιέργειας.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add to letter)τονίζω ρ μ
  βάζω τόνο σε κτ περίφρ
 Make sure you accent the "e" when you write the word "risqué."
 Σιγουρέψου πως έχεις βάλει τόνο στο «e» όταν γράφεις τη λέξη «risqué».
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distinctive quality) (μεταφορικά)νότα, πινελιά ουσ θηλ
 The skirt was black with red ribbon accents.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add flair)τονίζω ρ μ
  (κάτι ήδη ωραίο)αναδεικνύω ρ μ
 The woodwork in this room accents the unique architecture.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (accentuate, emphasize)τονίζω ρ μ
  δίνω έμφαση σε κτ περίφρ
 It is important to accent this point.
accent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (syllable: emphasize)τονίζω ρ μ
 You should accent the first syllable in the word "lightning."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accented στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accented'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης