WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acclimate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become accustomed to situation)εγκλιματίζομαι ρ αμ
  προσαρμόζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μπαίνω στο κλίμα έκφρ
 When moving to a new country, most people need some time to acclimate.
acclimate [sb] to [sth] vtr + prep (make accustomed to [sth])εξοικειώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (για κλιματικές συνθήκες)εγκλιματίζω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
acclimate to [sth] vi + prep (become accustomed to [sth])προσαρμόζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (για κλιματικές συνθήκες)εγκλιματίζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acclimate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acclimate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης