accountable

Listen:
 [əˈkaʊntəbəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accountable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (responsible)υπεύθυνος επίθ
  που φέρει την ευθύνη περίφρ
 When a project fails, it's important to know who is accountable.
 Όταν ένα έργο αποτυγχάνει, είναι σημαντικό να ξέρουμε ποιος φέρει την ευθύνη.
accountable to [sb] adj + prep (has to report to)λογοδοτώ σε κπ ρ αμ + πρόθ
accountable for [sth] adj + prep (has to justify actions)υπεύθυνος για κτ επίθ + πρόθ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accountable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (explainable)δικαιολογημένος μτχ πρκ
 Waiting until the end of the evening to give the presentation is accountable, since it is not the top priority of the event.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
hold [sb] accountable vtr + adj (consider responsible)θεωρώ υπεύθυνο ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)ρίχνω το φταίξιμο έκφρ
hold [sb] accountable for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (consider responsible for [sth])θεωρώ υπεύθυνο ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)ρίχνω το φταίξιμο έκφρ
 I cannot hold him accountable for what happened.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accountable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: need to be more accountable, be accountable for your [actions, behavior, mistake], was held accountable for his [actions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accountable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accountable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης