acoustic

Listen:
 [əˈkuːstɪk]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to sound)ακουστικός, ηχητικός επίθ
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (musical instrument: not electric) (μουσική)ακουστικός επίθ
 Fatima plays the acoustic guitar.
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (music: for acoustic instruments) (μουσική)ακουστικός επίθ
 When Bob Dylan first perfomed his acoustic pieces on the electric guitar, audiences booed.
acoustic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (designed to affect sound)ακουστικός, ηχητικός επίθ
acoustics nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (sound quality of a space) (φυσική ηχητική χώρου)ακουστική ουσ θηλ
 The acoustics in this concert hall are excellent.
acoustics nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics of sound)ακουστική ουσ θηλ
 Acoustics is the branch of science that studies sound.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acoustic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acoustic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acoustic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης