acrobat

Listen:
 /ˈækrəˌbæt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
acrobat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gymnast, agile person)ακροβάτης ουσ αρσ
 The acrobat performed a triple somersault in mid air.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
street acrobat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical performer who works outdoors)ακροβάτης του δρόμου ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'acrobat' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acrobat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'acrobat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.