Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


action:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

action: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
actionn (frenetic activity)δραστηριότητα, κινητικότητα, κίνηση ουσ.θηλ.
 ενέργεια, πράξηδράση ουσ.θηλ.
The sales floor is incredibly busy today - there is a lot of action.
Το τμήμα πωλήσεων είναι τρομερά απασχολημένο σήμερα, υπάρχει πολλή δραστηριότητα (or: κινητικότητα, or: κίνηση).
* Αποφάσισα να αναλάβω δράση για την επίλυση του προβήματος.
actionn (plot) μυθιστόρημα κλπ.πλοκή, υπόθεση ουσ.θηλ.
The action in the novel is spread over two decades.
Η πλοκή (or: υπόθεση) του μυθιστορήματος εξελίσσεται σε δύο δεκαετίες.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "action".
Σύνθετοι Τύποι:
action movien (film focussed on action sequences) μεταφορικάπεριπέτεια ουσ.θηλ.
disciplinary actionn (punishment or caution)πειθαρχική κύρωση, πειθαρχική ποινή ουσ.θηλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'action' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'action'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad