WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aerobics nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fitness exercises)αερόμπικ ουσ ουδ άκλ
aerobic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (exercise: cardiovascular)αεροβικός επίθ
  (επίσημο)αερόβιος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aerobic exercise nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oxygen-increasing physical activity)αερόβια άσκηση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)αερόβιο επίθ ως ουσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aerobics' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aerobics στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aerobics'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης