aged


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
aged nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cheese: matured) (τυρί)πεπαλαιωμένο ουσ.ουδ.
 Aged cheddar is more expensive than the ordinary kind.
 Το πεπαλαιωμένο τσένταρ είναι ακριβότερο από το συνηθισμένο είδος.
aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: old) (άνθρωπος)γερασμένος, γηραιός, ηλικιωμένος επίθ.
  (μεταφορικά)ώριμος επίθ.
 Her aged aunt left her a fortune in jewellery.
 Η γηραιά θεία της της άφησε μια περιουσία από κοσμήματα.
aged nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (elderly people)οι ηλικιωμένοι, οι υπερήλικες ουσ.αρ.πλ.
 She hates being referred to as 'one of the aged'.
 Μισεί να γίνεται αναφορά σε αυτήν ως «μια από τους υπερήλικες».
aged nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (whisky: matured) (ουίσκι)πεπαλαιωμένο ουσ.ουδ.
Σχόλιο: επίθετο σε θέση ουσιαστικού
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
middle aged,
middle-aged
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(mature adulthood)μεσήλικας επίθ.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 The keenest internet shoppers are middle-aged men and women.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'aged' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aged στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aged'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης