aged

Listen:
 /ˈeɪdʒɪd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cheese: matured)παλαιωμένος μτχ πρκ
 Aged cheddar is more expensive than the ordinary kind.
 Το παλαιωμένο τσένταρ είναι ακριβότερο από το συνηθισμένο είδος.
aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (whisky: matured)πεπαλαιωμένος μτχ πρκ
 I enjoy the richer flavour of an aged whisky.
aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: old)ηλικιωμένος μτχ πρκ
 Her aged aunt left her a fortune in jewellery.
 Η ηλικιωμένη θεία της τής άφησε μια περιουσία από κοσμήματα.
the aged nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (elderly people)οι ηλικιωμένοι φρ ως ουσ αρσ πλ
 She hates being referred to as 'one of the aged'.
 Μισεί να την αναφέρουν ως «μια από τους ηλικιωμένους».
aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of a given age) (σε γενική)ηλικίας ουσ θηλ
aged from [sth] to [sth],
aged between [sth] and [sth]
adj + prep
(in a given age range)ηλικίας από... μέχρι περίφρ
  ηλικίες από... μέχρι περίφρ
  μεταξύ κτ και κτ περίφρ
 This program is designed for young people aged from 18 to 25.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
middle-aged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in mature adulthood)μεσήλικας ουσ αρσ ως επίθ
  μέσης ηλικίας φρ ως επίθ
 The keenest internet shoppers are middle-aged men and women.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'aged' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aged στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'aged'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: desk | mount

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.