algae

Listen:
 /ˈældʒiː/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

For the noun: alga
Plural form: algae

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
algae nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. invariable (seaweed)φύκια ουσ ουδ πλ
  άλγες ουσ θηλ
  (επίσημο)φύκη ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: The singular form of "algae" is "alga", but the former is commonly used to indicate either singular or plural
 Algae's full of nutrients but most people don't like the taste.
 Τα φύκια είναι γεμάτα θρεπτικές ουσίες, αλλά στους περισσότερους ανθρώπους δεν αρέσει η γεύση τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
alga,
plural: algae
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(seaweed: singular form)φύκι ουσ ουδ
  φύκος ουσ ουδ
 Kelp is a type of alga.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
algae | alga
EnglishGreek
green algae nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of seaweed)είδος φυκιού έκφρ
 Green algae tend to grow close to the low-tide mark.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'algae' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση algae στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'algae'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης