alike

Listen:
 [əˈlaɪk]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
alike adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very similar) (σχετική ομοιότητα)μοιάζω ρ αμ
  παρόμοιος επίθ
  (απόλυτη ομοιότητα)ίδιος επίθ
  (εμφατικός τύπος)ολόιδιος επίθ
 The faces of the father and the son are alike.
 Τα πρόσωπα του πατέρα και του γιου είναι ίδια.
alike advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the same manner) (σχετική ομοιότητα)παρόμοια επίρ
  με παρόμοιο τρόπο φρ ως επίρ
  (απόλυτη ομοιότητα)με τον ίδιο τρόπο φρ ως επίρ
 People from the same area usually talk alike.
 Όσοι είναι από την ίδια περιοχή συνήθως μιλούν παρόμοια.
alike advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (equally or similarly)το ίδιο φρ ως επίρ
  ισότιμα, εξίσου επίρ
  όμοια επίρ
 The law must apply to rich and poor alike.
 Ο νόμος πρέπει να ισχύει το ίδιο για τους πλούσιους και για τους φτωχούς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Great minds think alike. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." humorous (We have the same idea.)τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται έκφρ
  τα μεγάλα πνεύματα... έκφρ
like peas in a pod,
as alike as two peas in a pod
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (identical to one another) (είμαι)ίδιος και απαράλλαχτος φρ ως επίθ
  (μοιάζω)σαν δυο σταγόνες νερό έκφρ
 The two little girls were as alike as two peas in a pod.
look alike vi + adj (resemble each other)μοιάζω ρ μ
 Adam and his brother look alike, don't you think?
 Ο Άνταμ και ο αδελφός του μοιάζουν, έτσι δεν είναι;
look-alike,
lookalike
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person who resembles [sb] else)σωσίας ουσ αρσ/θηλ
look-alike,
lookalike
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(resembling [sb] else)σωσίας ουσ αρσ
  που μοιάζει με κπ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'alike' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: the [two, brothers, sisters] are (very) alike, the (two) [machines, computers, cars] are alike, are [completely, totally, quite, very much] alike, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση alike στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'alike'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: creepy | plummet

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης