all-day


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
all-day adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lasting the whole day)ολοήμερος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
all day advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout the whole day)όλη μέρα, όλη την ημέρα φρ ως επίρ
  ολημερίς επίρ
 She's been practising all day.
all day long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout the whole day)όλη μέρα, όλη την ημέρα φρ ως επίρ
  ολημερίς επίρ
 I could water the flowers all day long. I sat in the sun all day long and read my book.
 Θα μπορούσα να ποτίζω τα λουλούδια όλη μέρα. Έκατσα στον ήλιο όλη μέρα και διάβαζα το βιβλίο μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'all-day' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση all-day στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'all-day'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.