all-day

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
all-day adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lasting the whole day)όλη την ημέρα, κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας επίθ
Σχόλιο: επιθετικοί προσδιορισμοί
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
all day advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout the whole day)ολημερίς, όλη μέρα, όλη την ημέρα, κατά την διάρκεια (όλης) της ημέρας επίρ
 She's been practising all day.
all day long advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (throughout the whole day)ολημερίς, όλη μέρα, όλη την ημέρα, κατά την διάρκεια (όλης) της ημέρας επίρ
 I could water the flowers all day long. I sat in the sun all day long and read my book.
 Θα μπορούσα να ποτίζω τα λουλούδια όλη μέρα. Έκατσα στον ήλιο όλη μέρα και διάβαζα το βιβλίο μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'all-day' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση all-day στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'all-day'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ lodge

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης