ally

Listen:
 noun: [ˈælaɪ], verb: [əˈlaɪ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ally nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mutual supporter)σύμμαχος ουσ αρσ/θηλ
 Laura can be relied on as our ally.
 Στη Λώρα μπορείς να βασιστείς ότι είναι δικός σου σύμμαχος.
the Allies nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." historical (WWII: anti-German alliance)οι Σύμμαχοι περίφρ
 The Allies coordinated a large-scale invasion in Normandy.
 Οι Σύμμαχοι συντόνισαν μια εισβολή μεγάλης κλίμακας στη Νορμανδία.
the Allies nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." historical (World War I: anti-German nations)οι Συμμαχικές Δυνάμεις περίφρ
 In World War I, the Allies fought against the Central Powers.
 Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Συμμαχικές Δυνάμεις πολέμησαν κατά των Δυνάμεων του Άξονα.
ally with [sb/sth] vi + prep (join) (με κάποιον/κάτι)συμμαχώ ρ αμ
 Brenda reluctantly allied with her former enemy to solve the problem.
 Η Μπρέντα συμμάχησε απρόθυμα με τον πρώην εχθρό της για να λύσει το πρόβλημα.
ally [sth/sb],
ally [sth/sb] and [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(join together)ενώνω, συνδέω ρ μ
  φέρνω κοντά ρ μ + επίρ
 The continuing crisis allied the two nations and strengthened their relationship.
 Η συνεχόμενη κρίση ένωσε τα δύο έθνη και ενίσχυσε τις σχέσεις τους.
ally [sth/sb] with [sth/sb] vtr + prep (join together) (κπ/κτ με κπ/κτ)ενώνω, συνδέω ρ μ
  (κπ/κτ με κπ/κτ)φέρνω κοντά ρ μ + επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ally' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: [an important, a key, a faithful, a staunch, a strategic] ally, have been (strong) allies for [years, generations], an ally in the fight against [tyranny, terror], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ally στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ally'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης