anchorwoman

 /ˈæŋkəˌwʊmən/

For the noun: anchorwoman
Plural form: anchorwomen

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
anchorwoman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female TV news presenter)κεντρική παρουσιάστρια επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anchorwoman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'anchorwoman'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης