anchorwoman

 /ˈæŋkəˌwʊmən/


For the noun: anchorwoman
Plural form: anchorwomen

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
anchorwoman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female TV news presenter)κεντρική παρουσιάστρια επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
anchor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (boat: mooring device)άγκυρα ουσ θηλ
 The ship's anchor was smaller than expected.
anchor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (boat: moor)αράζω ρ μ
  ρίχνω άγκυρα περίφρ
  (το ίδιο το πλοίο)αγκυροβολώ ρ αμ
 The captain anchored the boat near shore.
 Ο καπετάνιος άραξε το πλοίο κοντά στην ακτή.
 Ο καπετάνιος έριξε άγκυρα κοντά στην ακτή.
 Το πλοίο αγκυροβόλησε κοντά στην ακτή.
anchor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (make steady, secure)στερεώνω ρ μ
  αγκυρώνω ρ μ
 The crew anchored the beam in place with brackets and heavy-duty bolts.
anchor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fix [sth] in ground)στερεώνω ρ μ
  αγκυρώνω ρ μ
 The campers hurriedly anchored the corners of the tent as the storm approached.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
anchor adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (on web page) (ζαργκόν)anchor επίθ άκλ
 Anchor text is one of the main factors of a website's search engine ranking.
 Το anchor text είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που παίζουν ρόλο στην κατάταξη μιας ιστοσελίδας στα αποτελέσματα των μηχανών αναζήτησης.
anchor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US (anchorman, anchorwoman)κεντρικός παρουσιαστής, κεντρική παρουσιάστρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Maria is the anchor for the six o'clock news.
anchor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: emotional support) (μεταφορικά)στήριγμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)άγκυρα ουσ θηλ
 When his mother died, Bebe was Dexter's anchor.
anchor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (most important person) (μεταφορικά)κολόνα ουσ θηλ
 Russell was the anchor of the family, and everyone missed him while he was away.
anchor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (web pages)anchor text φρ ως ουσ ουδ άκλ
anchor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (host a news programme) (εκπομπή)παρουσιάζω ρ μ
  (καθομ: τις ειδήσεις)λέω ρ μ
 Della is anchoring the evening news now on that station.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'anchorwoman' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση anchorwoman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'anchorwoman'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ wind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης