angling

Listen:
 /ˈæŋɡlɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
angling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fishing with a rod)ψάρεμα με καλάμι ουσ ουδ
 Angling seems a very dull pastime to me.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'angling' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση angling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'angling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ clog

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης