angling

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /ˈæŋglɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
angling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fishing with a rod)ψάρεμα με καλάμι ουσ ουδ
 Angling seems a very dull pastime to me.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'angling' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση angling στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'angling'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης