apoplectic

 /ˌæpəˈplɛktɪk/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
apoplectic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to a stroke) (επίσημο: για εγκεφαλικό)αποπληκτικός επίθ
apoplectic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (enraged)εξοργισμένος μτχ πρκ
  έξω φρενών φρ ως επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apoplectic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apoplectic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης