apoplectic

 /ˌæpəˈplektɪk/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
apoplectic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to a stroke) (επίσημο: για εγκεφαλικό)αποπληκτικός επίθ
apoplectic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (enraged)εξοργισμένος μτχ πρκ
  έξω φρενών φρ ως επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apoplectic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apoplectic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης