Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


application:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

application: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
applicationn (being usable, relevance) χρήση, χρησιμότηταεφαρμογή ουσ.θηλ.
The tool looks good, but doesn't seem to have any practical application.
Το εργαλείο είναι καλό στην εμφάνιση, αλλά δε φαίνεται να έχει καμία πρακτική εφαρμογή.
applicationn (form) έντυποαίτηση ουσ.θηλ.
Have you filled out the application for that job?
Συμπλήρωσες την αίτηση για εκείνη τη δουλειά;
applicationn (loan, job, etc.) για δάνειο, εργασία κλπ.αίτηση ουσ.θηλ.
His application for a loan was rejected.
Η αίτησή του για δάνειο απορρίφθηκε.
applicationn (computers: programme) Υ/Η: πρόγραμμαεφαρμογή ουσ.θηλ.
He downloaded a new application to manage his email addresses.
Κατέβασε μια καινούρια εφαρμογή για να διαχειρίζεται τις ηλεκτρονικές του διευθύνσεις.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "application".

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'application' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'application'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad