apply

Listen:
 /əˈplaɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spread)απλώνω ρ μ
  (πάνω στο σώμα)βάζω ρ μ
  (επίσημο)εφαρμόζω ρ μ
 Please apply sunscreen before going outside.
apply [sth] to [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (spread [sth] on [sth/sb](κάτι σε κάποιον/κάτι)απλώνω ρ μ
  (πάνω στο σώμα)βάζω ρ μ
  (επίσημο)εφαρμόζω ρ μ
 Apply the moisturizer liberally to your face and neck.
 Απλώστε μεγάλη ποσότητα ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και τον λαιμό σας.
 Βάλτε μεγάλη ποσότητα ενυδατική κρέμα στο πρόσωπο και τον λαιμό σας.
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use, employ [sth])εφαρμόζω, χρησιμοποιώ ρ μ
 We need to apply a little common sense here.
apply [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put [sth] to use)εφαρμόζω ρ μ
 She was able to apply her skills to the new project.
apply [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (impose: a law)εφαρμόζω ρ μ
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μ
 A judge's job is to apply the law, not to make new laws.
apply viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be relevant)ισχύω ρ αμ
  έχω εφαρμογή ρ έκφρ
 In this new situation, the old rules do not apply.
 Σε αυτήν την περίπτωση, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν.
apply to [sb/sth] vi + prep (be relevant to [sb], [sth](σε/για κάτι/κάποιον)ισχύω ρ αμ
  έχω εφαρμογή ρ έκφρ
 The guidelines do not apply to this case.
 Οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν ισχύουν σε αυτήν την περίπτωση.
apply to [sth] vi + prep (send a request)κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ περίφρ
 Cathy applied to three universities but none of them accepted her.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
apply to [sth] vi + prep (submit job application)στέλνω βιογραφικό σε κτ περίφρ
  (για εργασία)κάνω αίτηση σε κπ/κτ, στέλνω αίτηση σε κπ/κτ περίφρ
 My brother applied to Microsoft and they offered him a job.
apply [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put to use) (κάτι σε κάτι άλλο)εφαρμόζω, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ ρ μ
 Gordon applied his mechanical skills to building and flying aircraft.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
apply for [sth] vi + prep (request formally) (για κτ)υποβάλλω αίτηση έκφρ
  (καθομιλουμένη: για κτ)κάνω αίτηση έκφρ
  (επίσημο: κάτι)αιτούμαι ρ μ
 Thomas applied for a credit card.
 Ο Τόμας υπέβαλε αίτηση για πιστωτική κάρτα.
 Ο Τόμας έκανε αίτηση για πιστωτική κάρτα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Με την υποβολή του παρόντος εγγράφου, αιτούμαι τη συμμετοχή μου στο πρόγραμμα.
apply for a job v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reply to employment advertisement)υποβάλλω αίτηση για δουλειά περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω αίτηση για δουλειά περίφρ
 My only task for today is to apply for a job.
apply make-up vtr + n (put on cosmetics) (μτφ: με καλλυντικά)βάφομαι ρ αμ
  μακιγιάρομαι ρ αμ
  (μόνο στο δέρμα)βάζω μέικ απ περίφρ
 I don't have the time to apply makeup, so it's lucky I have nice skin!
apply pressure vtr + n (press firmly)πιέζω ρ μ
  ασκώ πίεση περίφρ
 If you get a nosebleed, you should pinch your nose and apply pressure.
apply pressure to [sth] vtr + n (press firmly on [sth])πιέζω ρ μ
  ασκώ πίεση σε κτ, εφαρμόζω πίεση σε κτ περίφρ
 Applying pressure to the cut will stop the bleeding.
apply pressure to [sb] vtr + n figurative (try to persuade) (μεταφορικά)πιέζω ρ μ
 What the army calls "applying pressure to prisoners" other people might call "torture".
apply pressure vtr + n figurative (try to persuade) (μεταφορικά)πιέζω ρ μ
  (μεταφορικά)ασκώ πίεση περίφρ
 MPs are applying pressure on the government to spend more money on education.
apply yourself vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (make an effort, work hard)συγκεντρώνομαι, προσπαθώ ρ μ
  δουλεύω σκληρά ρ αμ + επίρ
 If you apply yourself, you will succeed.
 Αν συγκεντρωθείς, θα επιτύχεις.
apply yourself to [sth] vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (make an effort, work hard)αφοσιώνομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συγκεντρώνομαι σε κάτι ρ αμ + πρόθ
 I am really going to apply myself to my studies.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'apply' found in these entries
In the English description:
Collocations: apply for a [job, position, internship, work permit, visa], apply to [a school, a company, college], apply for admission (to), more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apply στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apply'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.