apron

Listen:
 [ˈeɪprən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cook's protective garment)ποδιά ουσ θηλ
 Emily's mother always wore a red apron when she baked brownies.
 Η μητέρα της Έμιλυς πάντα φορούσε μια κόκκινη ποδιά όταν έψηνε μπράουνις.
apron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wide, paved area)πίστα ελιγμών φρ ως ουσ θηλ
  (για στάθμευση)επιφάνεια στάθμευσης, πίστα στάθμευσης φρ ως ουσ θηλ
 Sean turned the car around on the apron at the end of the driveway.
 Ο Σων έστριψε το αυτοκίνητο στην πίστα στάθμευσης στο τέρμα του δρόμου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
apron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of stage floor)προσκήνιο ουσ ουδ
 The audience showered the apron with flowers after the performance.
apron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (airfield: paved area)χώρος στάθμευσης αεροσκαφών περίφρ
 There were five planes on the apron that day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'apron' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [shop, kitchen] apron, wear a [shop] apron (when), wear an apron while [cooking, grilling, painting, sawing], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση apron στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'apron'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: crash | nail

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης