arabesque

 /ˌærəˈbesk/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
arabesque nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ballet pose) (στάση χορού)αραμπέσκ ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: ξενικό
arabesque adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in Islamic decorative style)με αραβουργήματα περίφρ
arabesque nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decorative design)αραβούργημα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arabesque στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arabesque'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης