archaeology

SpeakerListen:
UK-RPScot


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
archaeology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (study of ancient ruins) (επιστήμη)αρχαιολογία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
archeology,
UK: archaeology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (study of historical ruins)αρχαιολογία ουσ θηλ
 Archeology is a slow process but it is far from boring.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
archaeology | archeology
prehistoric archaeology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (study of culture before history began)προϊστορική αρχαιολογία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'archaeology' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση archaeology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'archaeology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης