archaeology

Listen:
 /ˌɑːkɪˈɒlədʒɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
archaeology,
also US: archeology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(study of historical ruins)αρχαιολογία ουσ θηλ
 Archeology is a slow process but it is far from boring.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
prehistoric archaeology,
also US: prehistoric archeology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(study of culture before history began)προϊστορική αρχαιολογία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'archaeology' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση archaeology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'archaeology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: promise | hedge

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.