archaeology

Listen:
 /ˌɑːkɪˈɒlədʒɪ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
archeology,
UK: archaeology
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (study of historical ruins)αρχαιολογία ουσ θηλ
 Archeology is a slow process but it is far from boring.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'archaeology' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση archaeology στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'archaeology'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης