arsenal

 /ˈɑːsənəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
arsenal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (collection of weapons)οπλοστάσιο ουσ ουδ
 When the enemy forces blew up our arsenal, we knew we had lost the battle.
arsenal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (store, supply) (μεταφορικά)οπλοστάσιο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'arsenal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση arsenal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'arsenal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ entertain

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης