WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assist [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (help)βοηθάω, βοηθώ ρ μ
  (σε κάποιον)παρέχω βοήθεια, προσφέρω βοήθεια περίφρ
 Eva assists elementary school children with their homework every Tuesday afternoon.
 Η Εύα βοηθά παιδιά του δημοτικού με το διάβασμά τους κάθε Τρίτη απόγευμα.
assist in [sth] vi + prep (help with) (σε κάτι, με κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ αμ
 Officer Blue assisted in the recent murder investigation.
 Ο Αστυνόμος Μπλου βοήθησε στην πρόσφατη εξιχνίαση φόνου.
assist in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (participate, help with) (να γίνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μ
assist [sb] in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (help to do [sth](κάποιον να κάνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
assist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports)ασίστ ουσ θηλ άκλ
 Martin came in with an assist, allowing Tim to score a goal.
assist viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sports)κάνω ασίστ περίφρ
 No one was there to assist, and the team lost the point.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'assists' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση assists στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'assists'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης