avatar

Listen:
 /ˈævəˌtɑː/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
avatar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: personal icon)άβαταρ, avatar ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: άβαταρ: ξενικό, άκλιτο
 Many users of social media put a ribbon on their avatars to show solidarity with the cause.
avatar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personification)προσωποποίηση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'avatar' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση avatar στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'avatar'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: press | haul

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.