avatar

 /ˈævətɑːʳ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
avatar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: personal icon)άβαταρ, avatar ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: άβαταρ: ξενικό, άκλιτο
 Many users of social media put a ribbon on their avatars to show solidarity with the cause.
avatar nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personification)προσωποποίηση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'avatar' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση avatar στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'avatar'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης