awkward

Listen:
 [ˈɔːkwərd]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clumsy)αδέξιος, άγαρμπος επίθ
  (καθομιλουμένη)ατσούμπαλος επίθ
 The boy was so awkward that he kept knocking things over.
 Το αγόρι ήταν τόσο αδέξιο (or: άγαρμπο) που συνεχώς έριχνε πράγματα.
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (troublesome)δύσκολος επίθ
  (μεταφορικά)παράξενος, περίεργος επίθ
 My nephew is entering that awkward stage of adolescence.
 Ο ανιψιός μου μπαίνει στη δύσκολη φάση της εφηβείας.
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (uncomfortable, delicate)άβολος, αμήχανος επίθ
 I had an awkward conversation with my ex-girlfriend.
 Είχα μια άβολη (or: αμήχανη) συζήτηση με την πρώην κοπέλα μου.
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (situation: difficult)άβολος, αμήχανος επίθ
  (μεταφορικά: θέση)δύσκολος επίθ
 I never know what to do in these awkward social situations.
 Ποτέ δεν ξέρω τι να κάνω σε αυτές τις άβολες (or: αμήχανες) κοινωνικές περιστάσεις.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cumbersome, ill-fitting)άβολος επίθ
 The diving equipment felt awkward when he wore it for the first time.
awkward adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (requiring care, hazardous) (έμφαση στον κόπο)δύσκολος επίθ
  (καθομιλουμένη)ζόρικος επίθ
  (έμφαση στο ρίσκο)επικίνδυνος επίθ
 Our attempt to move the heavy sofa led to an awkward trip down the stairs.
 Η προσπάθειά μας να μετακινήσουμε το βαρύ καναπέ κατέληξε σε ένα δύσκολο κατέβασμα από τις σκάλες.
Awkward! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (describing person or situation) (καθομ: για κατάσταση)Παράξενο! επίφ
  (ανεπίσημο, μτφ)Κουλό! επίφ
  (καθομ: για άνθρωπο)Τι παράξενος! επίφ
  Τι αλλόκοτος! επίθ
 Andrea gave you a bottle of wine even though you don't drink alcohol? Awkward!
 Η Άντρεα σου έφερε ένα μπουκάλι κρασί ενώ δεν πίνεις αλκοόλ; Κουλό!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
awkward silence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (embarrassed pause in conversation)αμήχανη σιωπή επίθ + ουσ θηλ
awkward situation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (predicament)δύσκολη κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
put [sb] in an awkward position v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause [sb] social embarrassment)φέρνω κπ σε δύσκολη θέση έκφρ
 Her thoughtless remarks about Janet put us all in an awkward position.
 Τα απερίσκεπτα σχόλιά της για την Τζάνετ μας έφεραν όλους σε δύσκολη θέση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'awkward' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: awkward around [women, children, other people], was [put in, faced with] an awkward situation, [sitting, lying] in an awkward position, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση awkward στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'awkward'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: full | neat

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης