babysit


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
babysit,
baby-sit
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(watch over [sb] else's child)προσέχω μωρό, προσέχω παιδί περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω μπέιμπι σίτινγκ περίφρ
 Paul and I are going out to dinner tonight, so we've asked the children's auntie to babysit.
babysit [sb],
baby-sit
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(watch over: [sb] else's child) (μωρό ή παιδί)προσέχω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κάνω μπέιμπι σίτινγκ περίφρ
 I asked my mother to babysit Tom for me so that I could work an extra shift.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση babysit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'babysit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.