barn

Listen:
 /bɑːn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (farm building) (για ζώα)στάβλος ουσ αρσ
  (για κότες)κοτέτσι ουσ αρσ
  (για σιτηρά κλπ)αχυρώνας ουσ αρσ
 Farms in the United States often feature bright red barns.
barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (big storage building) (κτήριο)αποθήκη ουσ θηλ
 Michael's parents keep their camper in a barn on their property.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large unattractive building) (μεταφορικά)έκτρωμα ουσ ουδ
  τέρας ουσ ουδ
  (κατά λέξη)πολύ άσχημο κτήριο
 The city is going to tear down that old barn on the outskirts of town.
barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nuclear cross section unit) (μονάδα μέτρησης)μπαρν, barn ουσ ουδ άκλ
barn n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (raised, cultivated in barns)του στάβλου περίφρ
  του αχυρώνα περίφρ
  από κοτέτσι περίφρ
Σχόλιο: Η επιλογή γίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
 Fresh barn eggs are available at the farmers' market every Saturday.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
barn conversion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outhouse modified for habitation)ανακατασκευασμένος αχυρώνας μτχ πρκ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)αχυρώνας που έχει ματατραπεί σε σπίτι περίφρ
 It's hard to believe that this magnificent house was a barn conversion.
barn dance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (square dancing event)χορός ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The town puts on a barn dance every summer, with a community picnic and a bake sale.
barn dance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (do square dancing)χορεύω ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Let's go barn dance.
barn door nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (door of a farm building)πόρτα του αχυρώνα ουσ θηλ
 Buying an alarm system after you've been burgled is a lot like closing the barn door after the horses are out.
barn owl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird: nests in barns) (λόγιο)πεπλόγλαυκα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κλαψοπούλι ουσ ουδ
 Barn owls are easily recognizable by their heart-shaped faces, but are rarely seen in the U.S.
dairy barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shed where cows are kept for milking)γαλακτοκομείο ουσ ουδ
 The dairy barn was modern and the milking process was almost fully automated.
horse barn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stable)στάβλος ουσ αρσ
 The horse barn was large--it held eight horses and their tack.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'barn' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση barn στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'barn'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.